Φυσικά, όπως ενδεχομένως θα περιμένατε, δεν περίμενε μαζί μας το ταπεινό Blue Star, αυτό που εμείς η νέα γενιά - επιλέγουμε για να γλιτώσουμε κανένα εικοσάρικο, το οποίο μπορεί να μεταφραστεί σε ένα ακόμη γεύμα στο νησί, δυο ποτά ή, τέλος πάντων, λίγες ώρες παραπάνω καλοκαιριού. Η κ. Καρυστιανού ταξίδευε με την πιο «τσιμπημένη» επιλογή (ξέρετε για ποια λέω). Την παρατηρούσα με περιέργεια, νομίζω το κατάλαβε. Μαύρο φόρεμα, ψηλές, σχεδόν αριστοκρατικές πλατφόρμες, μια ψάθινη τσάντα, γνωστής εταιρείας, που έμοιαζε κάθε άλλο παρά ταπεινή. Και στην αγκαλιά της ένα μικροσκοπικό σκυλάκι, όπως αρμόζει, θα έλεγε κανείς, σε μια κυρία.
Κάπου ανάμεσα στον δικό μου ποδαρόδρομο, τις βαλίτσες αγκαζέ και την αγωνία αν θα φύγουμε ποτέ από τη Σύρο, της χαμογέλασα. Μου το επέστρεψε.
Χθες, άκουσα τη συνέντευξη του επικοινωνιολόγου Νίκου Καραχάλιου στον δημοσιογράφο Βαγγέλη Γιακουμή και στο NewsOnline. Μια συνέντευξη στην οποία ο ίδιος επανέφερε βαρείς ισχυρισμούς γύρω από το πρόσωπο της Μαρία Καρυστιανού και το περιβάλλον της, ισχυρισμούς που, ακριβώς επειδή είναι ισχυρισμοί ενός ανθρώπου ο οποίος βρίσκεται εδώ και καιρό σε ανοιχτή σύγκρουση μαζί της, οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως τέτοιοι και όχι ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Δεν άντεξα, λοιπόν, η γνωστή περιέργεια, ξέρετε.
Τι υπάρχει πίσω από αυτή την ήπια, χαμογελαστή, κομψή στα μαύρα φιγούρα; Τι από όσα ακούγονται είναι αλήθεια και τι ψέμα; Τι είναι πραγματικότητα και τι προϊόν ενός ανελέητου πολιτικού πολέμου; Σπίτια, ταξίδια, χρήματα, άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος, θρησκευτικές αναφορές, ιστορίες για γερόντισσες, αστρολογικούς χάρτες και συμβούλους που, αν δεν ακούγαμε τα ονόματα των πρωταγωνιστών, θα νομίζαμε ότι αποτελούν υλικό πολιτικής σάτιρας ή και σαπουνόπερας του παλιού ANT1.
Ποιος λέει αλήθεια; Δεν γνωρίζω και ενδεχομένως να μη μάθουμε και ποτέ. Και, κυρίως, δεν χρειάζεται να γνωρίζω για να θέσω το πραγματικό πολιτικό ερώτημα. Γιατί το πρόβλημα της Μαρίας Καρυστιανού δεν είναι αν έχει ακριβή τσάντα ούτε αν πήγε στο Ντουμπάι ή όχι, ούτε αν το σπίτι της είναι μικρό, μεγάλο, πολυτελές ή γεμάτο εικόνες Αγίων, ούτε αν αγόρασε κάποιο σπίτι στο Πανόραμα λίγες μέρες μετά το θάνατο του παιδιού της από πλειστηριασμούς. Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που ένας άνθρωπος αποφασίζει να ζητήσει ή να απαιτήσει καλύτερα πολιτική εξουσία.
Από εκείνη τη στιγμή, η προσωπική τραγωδία φεύγει από το κάδρο, δεν αποτελεί πλέον ιδεολογία και πολιτικό πρόγραμμα. Και το ηθικό κύρος που απέκτησε κάποιος μέσα από μια ανείπωτη απώλεια δεν μπορεί να λειτουργεί ως ισόβια ασπίδα απέναντι στην πολιτική κριτική. Κι εδώ ακριβώς, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η μεγάλη σύγχυση.
Από την πρώτη στιγμή της τραγωδίας των Τεμπών στάθηκα δίπλα στη Μαρία Καρυστιανού. Με τον δικό μου τρόπο, ως νέα γυναίκα, ως πολίτης αυτής της χώρας (αν μας επιτρέπεται η ιδιότητα μετά από τόσα χρόνια). Σκέφτομαι τα ανατριχιαστικά της λόγια, τον σπαραγμό ψυχής της, στο Σύνταγμα, στη Θεσσαλονίκη, σε κάθε γωνιά της χώρας. Εκείνη τη φωνή που για ένα διάστημα έμοιαζε να μην ανήκει μόνο σε μία μάνα, αλλά σε όλες τις οικογένειες που ζητούσαν απαντήσεις.
Η Μαρία Καρυστιανού μετατράπηκε σχεδόν σε εθνικό σύμβολο μητρότητας και οργής και αυτό δεν της χαρίστηκε. Το πλήρωσε με το βαρύτερο τίμημα που μπορεί να πληρώσει ένας γονιός και ίσως γι’ αυτό αισθάνομαι ακόμη μεγαλύτερη δυσφορία παρακολουθώντας τη μετεξέλιξη αυτού του συμβόλου σε πολιτικό προϊόν. Μετά τη Μάγδα Φύσσα, η ευαισθησία μου απέναντι σε μια μάνα που χάνει το παιδί της άλλαξε για πάντα. Η Μάγδα, η μαμά Μάγδα, για μια ολόκληρη γενιά, παρέμεινε για μένα μια παράξενα σεμνή δημόσια φιγούρα. Μαχήτρια, σκληρή, πολιτική με τον δικό της τρόπο, με ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει, αλλά χωρίς να ζητήσει να μετατραπεί ο πόνος της σε λευκή επιταγή εξουσίας. Η Μαρία Καρυστιανού, ωστόσο, επέλεξε διαφορετικό δρόμο, με κάθε δημοκρατικό δικαίωμα. Από τη στιγμή όμως που τον επέλεξε, παύει να βρίσκεται μόνο στην κατηγορία της πενθούσας μητέρας.
Με την ίδρυση της «Ελπίδας», βλέπω μια γυναίκα που πατά επάνω σε ένα τεράστιο κοινωνικό τραύμα και προσπαθεί να το μετασχηματίσει σε πολιτική εκπροσώπηση. Βλέπω έναν λόγο που συχνά ακουμπά στον λαϊκισμό, στον απόλυτο διαχωρισμό του «καθαρού λαού» από το «διεφθαρμένο σύστημα» και σε μια πολιτική αυτοπαρουσίαση (οριακά ναρκισσισμό) όπου η ηθική υπεροχή φαίνεται σχεδόν αυτονόητη. Κι όλοι ξέρουμε πως η ηθική υπεροχή στην πολιτική είναι ένα επικίνδυνο πράγμα, ειδικά όταν αρχίζει να αντικαθιστά τις συγκεκριμένες απαντήσεις.
Ακόμη περισσότερο με προβληματίζουν τοποθετήσεις όπως εκείνη για τις αμβλώσεις. Τη θυμάστε ή προλάβατε να τη ξεχάσετε; Λίγο μόλις καιρό πριν, η Μαρία Καρυστιανού άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να τεθεί το ισχύον πλαίσιο για τις αμβλώσεις σε δημόσια διαβούλευση. Αστείο; Καθόλου. Οπισθοδρομικό; Εγκληματικό; Στην καλύτερη περίπτωση.
Ένα θεμελιώδες δικαίωμα μιας γυναίκας πάνω στο σώμα της δεν γίνεται δημοψήφισμα επειδή κάποιος θεωρεί ότι η κοινωνία οφείλει να ξανασυζητήσει όσα κατακτήθηκαν δεκαετίες πριν. Και κάπου εδώ τελειώνει η ασυλία του συμβόλου. Τουλάχιστον για μένα.
Δεν με ενδιαφέρει αν κάποιος έχασε παιδί, αν υπήρξε θύμα, αν υπήρξε ήρωας, αν συγκίνησε εκατομμύρια ανθρώπους, όταν διεκδικεί την ψήφο μου, θα τον κρίνω πολιτικά.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η ίδια η πολιτική εικόνα. Ανέτρεξα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσής της. Η πρώτη εντύπωση; Δεν φαίνεται να υπάρχει πίσω τους μια πραγματικά επαγγελματική, σύγχρονη ψηφιακή επικοινωνιακή στρατηγική και σίγουρα κάποιος επαγγελματίας. Πρόχειρο υλικό, άτσαλα κομμένα πλάνα, «κακά» στημένα βίντεο, φωτογραφίες που δεν χτίζουν συνεκτική αισθητική, συνθήματα που πολλές φορές θυμίζουν πολιτική επικοινωνία προηγούμενων δεκαετιών (βλ. περιστέρια). Μια καμπάνια που θέλει να εμφανίζεται αντισυστημική αλλά, τελικά, κινδυνεύει απλώς να φαίνεται ερασιτεχνική.
Η πολιτική επικοινωνία είναι εργαλείο πολιτικής διείσδυσης, ανταλλαγής και είτε μας αρέσει είτε όχι, το κοινό που χρειάζεται να κερδίσει σήμερα η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι μόνο εκείνο που ήδη τη χειροκροτεί. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό στοίχημα, δε χρειάζεται να πείσει τον ήδη εξοργισμένο, χρειάζεται να πείσει εκείνον που δεν πιστεύει κανέναν. Αυτόν τον νέο που την Κυριακή των εκλογών θα προτιμήσει τη θάλασσα όπως λένε τα γνωστά τηλεοπτικά ρεπορτάζ, κι αυτόν τριαντάρη που θεωρεί όλα τα κόμματα ανέκδοτο, τη γυναίκα που συμφωνεί μαζί της για τα Τέμπη αλλά τρομάζει όταν ακούει συζήτηση για τις αμβλώσεις, τον κεντρώο ψηφοφόρο που απαιτεί σοβαρότητα, τον πολίτη που θέλει να διαμαρτυρηθεί, αλλά δεν θέλει να παραδώσει τη χώρα σε ένα πολιτικό πείραμα. Γιατί τα παραδοσιακά κομματικά ακροατήρια δύσκολα μετακινούνται, και ο άνθρωπος που επί σαράντα χρόνια είναι γαλαζοαίματος, πράσινος, κόκκινος, δεν ξυπνά εύκολα ένα πρωί και αποφασίζει να γκρεμίσει μια ολόκληρη πολιτική ταυτότητα, μισό αιώνα αγώνων.
Και εδώ η Μαρία Καρυστιανού έχει ένα παράδοξο πρόβλημα. Διαθέτει κάτι που οι περισσότεροι πολιτικοί θα πλήρωναν ακριβά για να αποκτήσουν, την αναγνωρισιμότητα, συναίσθημα και ισχυρό προσωπικό αφήγημα, αλλά δεν την εκμεταλλεύεται και αν μου επιτρέπεται δε ξέρει πως να την εκμεταλλευτεί και δε ξέρω αν πιστεύω πως πρέπει να την εκμεταλλευτεί. Οι δημοσκοπήσεις του καλοκαιριού δείχνουν ότι υπάρχει πραγματική εκλογική δεξαμενή, αλλά και μεγάλη αστάθεια. Άρα που είναι το σαρωτικό κοινωνικό κύμα που κάποιοι φαντάζονταν. Η κοινωνική συμπάθεια ή η δημοφιλεία δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ψήφο, το έχουμε δει σε διάφορες περιπτώσεις αυτό. Το «είμαι μαζί σου για τα Τέμπη» απέχει χιλιόμετρα από το «θέλω να γίνεις πρωθυπουργός μου».
Τελικά, ίσως να είναι και αυτό που με απασχολεί από εκείνο το μεσημέρι στη Σύρο. Όχι πόσο κόστιζε η τσάντα της, ούτε ποιο πλοίο πήρε, ούτε καν αν υπάρχει πράγματι κάποια αστρολόγος που συμβουλεύει, διαβάζει χάρτες ή προβλέπει πολιτικά άστρα. Αυτό που με απασχολεί είναι αν μπορεί η Μαρία Καρυστιανού να μετατρέψει το εθνικό πένθος σε βιώσιμη πολιτική πρόταση κι αν μπορεί να πείσει ότι πίσω από το σύμβολο υπάρχει σχέδιο;
Η ατρολόγος σας τι πιστεύει κυρία Καρυστιανού, γιατί μάλλον η δική μου απάντηση δε θα σας κολακέψει και τόσο πολύ και σίγουρα δεν αγοράζεται με 50-100 ευρώ.

Comments
Post a Comment